Πρέπει να μας πληρώνει το Facebook;

Πρέπει να μας πληρώνει το Facebook;

«Αν τα δεδομένα είναι το νέο πετρέλαιο τότε ίσως έχουμε ανακαλύψει τη ροή εσόδων του 21ου αιώνα», ανέφερε ο John Thornhill, αρθρογράφος των Financial Times το 2017. Σήμερα, ξαναχτυπά με άλλο άρθρο του και μάλιστα μετά τον Rupert Murdoch που λίγες μέρες πριν πρότεινε να πληρώνει το Facebook ένα τέλος στις αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης. Ο Thornhill ξεσηκώνει τους χρήστες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης προκειμένου να μην προσφέρουν άλλο τις εργασίες τους χωρίς αμοιβή και να διεκδικήσουν κέρδη από τις αναρτήσεις τους.

«Αν ζούσε σήμερα ο Πλάτων, είναι πιθανό να μπέρδευε ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μας με την ενασχόλησή μας στον ελεύθερο χρόνο μας και να θεωρούσε δουλειά αυτά που κάνουμε στον ελεύθερο χρόνο μας. Όλα αυτά τα χρυσοπληρωμένα στελέχη που γυρίζουν τον κόσμο συζητώντας τα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα, για παράδειγμα, επιδίδονται στην πραγματικότητα σε έναν ατέλειωτο στρόβιλο συμποσίων. Αντίθετα, ο Πλάτων θα κοιτούσε δύσπιστα όσους απολαμβάνουν το ψάρεμα, την κηπουρική και το μαγείρεμα, θεωρώντας αυτές τις δραστηριότητες επίπονες. Αυτά είπε ο Τσέχος φιλόσοφος Tomas Sedlacek σε ένα πρόσφατο συνέδριο των Financial Times, όπου ισχυρίστηκε ότι δούλευε. Η τοποθέτησή του ήταν (νομίζω) περισσότερο μια πνευματική πρόκληση για να φανεί ότι οι ορισμοί μας για τη δουλειά και τον ελεύθερο χρόνο εξαρτώνται περισσότερο από το πολιτισμικό πλαίσιο παρά από αμετακίνητους κοινωνικούς νόμους.

Σε κάθε περίπτωση, η τοποθέτηση αυτή θα μας βοηθήσει να λύσουμε μερικούς από τους γρίφους της ψηφιακής μας οικονομίας, με την προϋπόθεση να απαλλαγούμε από μερικά σχήματα που έχουμε στο κεφάλι μας.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι χρήστες του Facebook, του Instagram, του Twitter και του YouTube μπορεί να πιστεύουν ότι μοιράζονται απλώς τις προσωπικές τους στιγμές και τις εξόδους τους με τους φίλους τους και τις οικογένειές τους. Όλες αυτές οι δραστηριότητες εμπλουτίζουν τη ζωή μας, βαθαίνουν τις κοινωνικές μας σχέσεις και μας προσφέρουν απολαύσεις.

Αν το δούμε όμως από μια άλλη πλευρά, το μόνο που κάνουμε παίζοντας με τα κινητά μας τηλέφωνα είναι να παράγουμε μαζικά σύνολα δεδομένων που χρησιμοποιούν ειδικά ηλεκτρονικά προγράμματα για να πουλάνε διαφημίσεις εναντίον μας. Η διάνοια του Facebook είναι ότι όλοι οι χρήστες του εργάζονται άθελά τους, και δωρεάν, για την εταιρεία, δημιουργώντας το πιο πολύτιμο προϊόν της.

Αυτό επιτρέπει στο Facebook να πληρώνει μόλις το ισοδύναμο του 1% της αξίας της εταιρείας στους υπαλλήλους του, έναντι 40% που καταβάλλει η Walmart.

Όπως είναι φυσικό, οι περισσότεροι στη Silicon Valley δεν βλέπουν κάτι κακό με το έμμεσο ψηφιακό μας συμβόλαιο. Ο Hal Varian, επικεφαλής οικονομολόγος της Google, θεωρεί ότι οι καταναλωτές απολαμβάνουν δωρεάν πολύ δημοφιλείς υπηρεσίες. Οι διαφημιστές επωφελούνται από μια φτηνή και αποτελεσματική στόχευση του κοινού. Αν οι χρήστες δεν είναι ικανοποιημένοι με την προσφορά της Google, μπορούν πάντα να στραφούν σε άλλες υπηρεσίες. Ο ανταγωνισμός απέχει μόνο ένα κλικ.

Το επιχείρημα αυτό μπορεί να σταθεί αν θεωρήσει κανείς πως τα δεδομένα των χρηστών αποτελούν ένα κεφάλαιο που δημιουργήθηκε από τις εταιρείες τεχνολογίας και ανήκει σε αυτές.
Μια ομάδα τεχνολόγων και καθηγητών όμως, με επικεφαλής τον συγγραφέα και ερευνητή της Microsoft Jaron Lanier, αμφισβητεί αυτή την άποψη. Και θεωρεί ότι τα δεδομένα αποτελούν προϊόν εργασίας, όχι παραπροϊόν ελεύθερου χρόνου.

Η οικονομία των δεδομένων, σημειώνουν οι καθηγητές αυτοί σε πρόσφατη μελέτη τους, αναπτύχθηκε συμπτωματικά και όχι με σχεδιασμό, είναι αναποτελεσματική, άδικη και μη παραγωγική. Πρέπει λοιπόν να αναθεωρηθεί. Και να γίνει μια διάκριση ανάμεσα στο μοντέλο των Δεδομένων ως Κεφαλαίου, που αντιμετωπίζει τα δεδομένα ως προϊόντα της κατανάλωσης και τροφή για τον καπιταλισμό της παρακολούθησης, και ένα θεωρητικό μοντέλο των Δεδομένων ως Εργασίας, που προβλέπει ότι από τα δεδομένα πρέπει να ωφελούνται κυρίως οι ιδιοκτήτες τους.

Οι συγγραφείς απευθύνουν έκκληση να δημιουργηθεί μια πραγματική αγορά δεδομένων των χρηστών, που θα αμείβει τους πολίτες για τα δεδομένα τους, θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, θα καλλιεργήσει μια κουλτούρα “ψηφιακής αξιοπρέπειας” και θα τονώσει την παραγωγικότητα της οικονομίας.

Τα επιχειρήματα αυτά αναπτύσσονται περισσότερο σε ένα υπό έκδοση βιβλίο των Eric Posner και Glen Weyl, που λέγεται Radical Markets και αποτελεί τόσο μια σφοδρή κριτική προς τον “τεχνο-φεουδαρχισμό” όσο και μια ιδεαλιστική έκκληση για την πιο δίκαιη κατανομή των προϊόντων της συλλογικής μας ευφυΐας.

“Το σημερινό μοντέλο ιδιοκτησίας των δεδομένων είναι οικονομικά αναποτελεσματικό” τονίζει ο Weyl.

Σύμφωνα με τους υπέρμαχους αυτής της προσέγγισης, οι καταναλωτές πρέπει να συνειδητοποιήσουν τον ρόλο τους ως ψηφιακών εργατών και να αποκτήσουν “ταξική συνείδηση”. Συνδικάτα των δεδομένων πρέπει να αγωνιστούν για τα συλλογικά μας δικαιώματα. Κι εμείς πρέπει να υιοθετήσουμε το σύνθημα: “Καμιά ανάρτηση στο εξής χωρίς αμοιβή!”

Πηγή: Financial Times

Share This

Leave a Comment